………..
ΤΙ ΤΙΜΗ ΕΧΕΙ ΕΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑ;
15 ΙανΟ Πάσχος Μανδραβέλης έγραψε το συγκεκριμένο άρθρο (“Τιμοκατάλογος στα δικαιώματα”)στην Καθημερινή κι απλα με κάλυψε απόλυτα. Διάβασε το…
Υπάρχει μια βασική αρχή του δικαίου. Οι πλειοψηφίες ορίζουν τις πολιτικές, αλλά μέχρι του βαθμού που δεν καταπατούν τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Καθένας μπορεί και πρέπει να μπορεί να κάνει ό,τι θέλει μέχρι του σημείου που δεν έχει (φυσικές) επιπτώσεις στον άλλο. Με τον ίδιο τρόπο που καθένας μπορεί σε δημόσιο χώρο να κουνά τα χέρια του όπως θέλει, αρκεί να μην χτυπήσει κάποιον τρίτο. Δεν υπάρχει κράτος που μπορεί να θέσει ένα τέλος και να δώσει το ελεύθερο σε κάποιους να μοιράζουν σφαλιάρες στους συμπολίτες τους.
Κατά τον ίδιο τρόπο δεν δικαιούται το κράτος να θέσει το αποκαλούμενο «τσιγαρόσημο». Σε κάθε δημόσιο χώρο, όπως είναι εστιατόρια, μπαρ κ.λπ., όλοι έχουν το δικαίωμα να κυκλοφορούν χωρίς να ενοχλούνται (με φυσικό τρόπο) από τους άλλους. Στα δικαιώματα δεν χωράνε τιμοκατάλογοι.
Ολα αυτά τα ξέρει ο νομομαθής Ανδρέας Λοβέρδος. Απλώς για μια ακόμη φορά ο πολιτικός υπερίσχυσε του καθηγητή της Νομικής. Η επιβολή της απαγόρευσης, όπως γίνεται σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο, στοιχίζει ψήφους και γι’ αυτό ο κ. Λοβέρδος άρχισε τις εκπτώσεις μετά ή άνευ τιμοκαταλόγου. Αν μάλιστα καταλήξουμε στη λύση της επιβολής φόρου στα καταστήματα για να επιτραπεί το κάπνισμα, η επιβάρυνση των μη καπνιστών θα είναι διπλή. Και θα εισπνέουν τον καπνό των άλλων, και θα συμμετέχουν στην πληρωμή αυτού του«τσιγαρόσημου». Οπως είναι φυσικό καταστηματάρχες δεν πρόκειται να πληρώνουν το τέλος από την τσέπη τους. Θα το μετακυλίσουν στην κατανάλωση, σε καπνιστές και μη.
Παλαιότερα ο κ. Λοβέρδος είχε δηλώσει: «Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα για έναν υπουργό, η νομοθεσία την οποία έχει καθήκον να παροασπίσει, να μην εφαρμόζεται από την κοινωνία, ανοιχτά όμως». Λάθος! Υπάρχει. Οταν ο υπουργός πραβαίνει το καθήκον του και δεν προασπίζει, έστω με σκληρό τρόπο, τους νόμους που ψήφισε η Βουλή.
Στη δεκαετία του ’60 οι κοινωνίες του αμερικανικού Νότου αποφάσισαν να μην εφαρμόσουν τον ομοσπονδιακό νόμο που εξίσωνε λευκούς και μαύρους σε ό,τι αφορά την πρόσβαση σε δημόσιους χώρους και δημόσιες υποδομές. Ουδείς ζήτησε από τους μαγαζάτορες της Αλαμπάμα να πληρώσουν ένα τέλος και να αφήσουν τις ταμπέλες που έλεγαν «σερβίρονται μόνο λευκοί». Τα σοβαρά κράτη προασπίζονται και τους νόμους και τα δικαιώματα των πολιτών τους, παντί τρόπω. Ακόμη και με… αυστηρά πρόστιμα.
ΣΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΤΑ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ
14 ΔεκΗ Αθήνα είναι κακάσχημη. Και μη σ’ ακούσω τώρα να λες τη μ@λ@κισμένη χιλιοκλισεδούρα και free press καραμέλα ότι είναι όμορφη μες την ασχήμια της. Απλά τυχαίνει και διατηρεί κάποια πολύ ωραία σημεία που οφείλονται κυρίως στο παρελθόν της. Τα υπόλοιπα τα χουμε κάνει χάλια και φταίμε όλοι ανεξαιρέτως γι’ αυτό. Από το μεγαλύτερο κουστούμι στο μικρότερο. Αλλά το πιο άσχημο απ’ όλα είναι ο φόβος που σου δημιουργεί πλέον και δε μπορείς να περπατήσεις ήσυχος . Αυτό που εμένα προσωπικά μου φαινόταν αστείο όλα τα χρόνια όταν μου λεγε κάποιος μεγάλος να προσέχω και να μην πηγαίνω στον τάδε δρόμο ή σ εκείνη την περιοχή χωρίς κι όλα αυτα τα προστατευτικά, τώρα δεν τα βλέπω και τόσο αθώα. Τις τελευταίες μέρες έχουν κλέψει τρεις φίλους μας και οι δρόμοι του κέντρο έχουν καταντήσει γκέτο.
Χθες τ’ απόγευμα (είχε βραδιάσει) περπάτησα από την Ομόνοια στην ΑΣΣΟΕ, δηλαδη όχι και μικρή απόσταση και το μόνο που έβλεπα ήταν απελπισία, μιζέρια, κενά βλέμματα, ανθρώπους να έχουν συνέχεια το νου τους μήπως πάθουν τίποτα, άλλους να είναι ποτισμένοι από πάνω μέχρι κάτω με αλκοολ και ναρκωτικά, πηγαδάκια να κανονίζουν κάτι περίεργες δουλείες -ξέρεις εσύ-. Σιγά το νέο θα μου πεις. Όχι δεν είναι αυτό απλά είναι πάρα πολύ ένονο πια. Περπατάς στο δρόμο, είναι οι περισσότεροι μες τα νεύρα , εχουν καχυποψία για όποιον τους φαίνεται λίγο περίεργος και σιχτιρίζεις με το πόσα θα μπορούσαν να γίνουν και κανείς δε δίνει σημασία. Μια παρατημένη πόλη στο έλεος της.
Μίλτος-Αυτός που θα σ έχει θα πρέπει να είναι πιο φωτιά από σένα αλλιώς θα τον κάψεις.
Στέλλα–Εσύ είσαι τέτοιος;
Και μετά ανοίγεις την πόρτα του αμφιθεάτρου και μπαίνεις σε μια ωραία Αθήνα. Στου παραδείσου τα μπουζούκια της Μερκούρη, του Φούντα, του Κακογιάννη, του Χατζιδάκι, του Αλεξανδράκη. 1955 γράφει η χρονολογία και η πόλη που ζεις δεν σου αρέσει επειδή τη βλέπεις ασπρόμαυρη, με μουσικές αξεπέραστες και αγάπες δίκοπα μαχαίρια αλλά γιατί είχε ποιότητα. Βλέπεις γνώριμα μέρη, κόσμο να μην έχει και πάλι λεφτά αλλά οι πόρτες δεν κλειδώνανε, ν’ απολαμβάνουν έρωτες και να τα δίνουν όλα γι’ αυτές ακόμα κι αν έκαναν φόνο. Μια Αθήνα που ουσιαστικά ήταν ένα χωριό, γραφικά κτίρια και γειτονιές με κατοίκους που δε φοβούνται ο ένας τον άλλον. Είναι παρήγορο να ξαναγυρνάς σε τέτοια έργα και να εκτιμάς περισσότερο τώρα που έχεις λίγα χρόνια παράπανω από τότε που τα χες δει και δεν ‘ ένοιαζε τίποτα απ’ όλα αυτά και άλλα ακόμα. Τότε οι άνθρωποι έβγαιναν στο δρόμο και ανάπνεαν (κυριολεκτικά και μεταφορικά) νώ τώρα θέλουν μάσκα(κυριολεκτικά). Είμαι θετική μόνο για τους ανθρώπους που έχω γύρω μου και τις προσπάθειες τους κι όχι στο σύστημα που γίνεται όλο και χειρότερο.




