Τέσσερις παράλληλες ιστορίες που τις συνδέει ένα γεγονός. Για τον καθένα έχει διαφορετική σημασία αφού για κάποιους είναι ενοχλητικό, γι’ άλλους πολύ σημαντικό αλλά το σίγουρο είναι ότι σε κανέναν δεν είναι αδιάφορο. Γραμμένο πριν τα λεγόμενα Δεκεμβριανά του Αλέξη, ο Γιάννης Τσίρος πυροβολεί κι η σφαίρα του προσγειώνεται κατευθείαν στο στόχο του. Χωρίς να εξοστρακιστεί σε κάποια αόρατη πέτρα προκαλώντας σε να ταυτιστείς και να φωνάξεις με όλη σου τη δύναμη για το παράλογο που θεωρείται σωστό.
Η δικαιοσύνη έχει τόσο μεγάλα προβλήματα όρασης και κρίσης που πετυχαίνει σπουργίτια αντί για μπεκάτσες , η πολιτική φοράει αλεξίσφαιρο και κλειδώνεται σε σπίτια που θυμίζουν φυλακή. Η αστυνομία με χτυπημένο πόδι δεν μπορεί να προλάβει κανέναν που της αντιστέκεται και προτιμάει την εύκολη διαδρομή, η δημοσιογραφία είναι στα όπλα έτοιμη να βγάλει την αλήθεια στη φόρα αλλά κάπου μπερδεύεται και χάνει το δρόμο. Μεσα σ όλα αυτά η ανθρωπιά και το συναίσθημα υποφέρουν κι ουρλιάζουν αλλά δεν ακούγονται πουθενά.

Η Άννα(συγκινητική Μυρτώ Αυγερινού) φεύγοντας απογοητευμένη από μια συνέντευξη, κάνει μια μηδαμινή κλοπή και προσπαθεί να ξεφύγει από την αστυνομικό που την κυνηγάει, ρίχνοντας τη κάτω και βάζει τον εαυτό της στη λίστα με τους καταζητούμενους. Όταν μια μέρα την εντοπίζουν, προτιμούν αντί να κουραστούν να την πυροβολήσουν στο πόδι κι από ‘κει ξεκινάνε όλα. Οι ήρωες (ένας πολιτικός με την έγκυο γυναίκα του, ένα δικαστικός με την υπηρέτρια του, ο παππούς της Άννας, ένας δημοσιογράφος, μία αστυνομικός και το θύμα) μέσα από απλές καταστάσεις προκαλούν έκρηξη,
Τα «Μάτια τέσσερα» σε κοιτάνε επίμονα αλλάζοντας ύφος και βλέμματα και οι ερμηνείες όλων είναι τόσο δυνατές(ένα χειρορότημα παραπάνω για τον Γιώργο Πυρπασόπουλο και τον Βασιλή Κολοβό) που δεν σ’ αφήνουν ήσυχο στην καρέκλα σου. Ένα έργο που πάντα θα μπαίνει στη λίστα των επίκαιρων με ιστορίες πολύ πιο πολύπλοκες απ’ ότι φαίνονται και με πανέξυπνους συμβολισμούς. Η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη σκοτεινιάζει την ατμόσφαιρα και με τα επιβλητικά riffs των ροκάδικων κιθάρων ν’ ακούγονται σε διάφορες έντονες στιγμές φτιάχνει μια θεατρική μολότωφ. Κρύβεται στο υπόγειο της Πεσμαζόγλου έτοιμη να σε υποδεχτεί.







Η Άλκηστις του Ευριπίδη πήγε Επίδαυρο σκηνοθετημένη από τα μαγικά χέρια του Θωμά Μοσχοπούλου και παραδομένη στην γνωστή dream team του με τους Χρήστο Λούλη, Μαρία Σκουλά, Αργύρη Ξάφη, Μαρία Πρωτόππαπα να ηγούνται. Άσχετα με ότι λένε διάφοροι που έχουν κολλήσει ότι στο συγκεκριμένο θέατρο πρέπει να βλέπεις μόνο κλασσικά βαρετά ανεβάσματα με χλαμύδες, υπερβολικές ερμηνείες λες και τους σφάζουν και τον χορό να τρέχει πανω κάτω αλαλάζοντας, για μένα η παράσταση σκηνοθετικά δεν είχε κανένα πλην με κόκκινο στυλό. Και δεν στο λέω ο Μοσχόπουλος είναι ο αγαπημένος μου σκηνοθέτης και τη συγκκεκριμένη ομάδα τους θεωρώ τους κάτι σαν τον Λουμίδη στους καφέδες κι όλα αυτά τα κλισέ που λες για τους καλύτερους. Μπορεί να την περίμενα λίγο πιο..τραγωδία με την έννοια της δράσης και της ίντριγκας αλλά δε με χάλασε καθόλου. Μ’ άρεσε (και αρκετοί απο τη συμμορία μας) που είδα σ ‘αυτό τον χώρο επιτέλους κάτι διαφορετικό, με ωραίο χιούμορ κάτι που κράτησε τις ισορροπίες μεταξύ σύγχρονου και κλασσικού και δεν έπεσε σε υπερβολές χωρίς λόγο, κάτι που σου μιλούσε(πολύ καλή μετάφραση) και καταλάβαινες τα πάντα. Φανταστικά βίντεο, έξυπνες ιδέες στο στήσιμο των ηθοποιών και στα σκηνικά, ο χορός με κουστούμια δικής μας εποχής, ζωντανή ορχήστρα, κίνηση (της Μαρίας Κλουκίνα) ερμηνείες για πολλά αστέρια. Είδα μια ατάκα κάπου που έλεγε “Minds are like parachutes. They only open when they are open.” Ας το καταλάβουν κάποιοι θεατές και κριτικοί αυτό και δεν το λέω ούτε με υπεροψία ούτε για να στο παίξω δήθεν.

Είχα δει την “Απόδραση” πέρσυ στο Going Youth festival (στο είχα αναφέρει κιόλας τότε) και είχα τρελαθεί. Τώρα μεταφέρθηκε στις θεατρικές φυλακές του Άνεσις. Πανέξυπνο, ευφάνταστο μ’ ελάχιστο κείμενο και…επίκαιρο μ όλα τα παλαιοκωστικά που συμβαίνουν!Δε σου λέω τίπτοα παραπάνω για να μη στο χαλάσω. Η ομάδα Άλογοι σε περιμένουν…